βδελυκτός

βδελυκ-τός, ή, όν,
A disgusting, abominable, LXX Pr.17.15, Ep.Tit.1.16, Ph.2.261.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βδελυκτός — βδελυκτός, ή, όν (AM) [βδελύσσομαι] εκείνος που προκαλεί αηδία, ο σιχαμερός μσν. ανόσιος, ανίερος …   Dictionary of Greek

  • βδελυκτός — disgusting masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτά — βδελυκτός disgusting neut nom/voc/acc pl βδελυκτά̱ , βδελυκτός disgusting fem nom/voc/acc dual βδελυκτά̱ , βδελυκτός disgusting fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτότερον — βδελυκτός disgusting adverbial comp βδελυκτός disgusting masc acc comp sg βδελυκτός disgusting neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτῶν — βδελυκτός disgusting fem gen pl βδελυκτός disgusting masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτόν — βδελυκτός disgusting masc acc sg βδελυκτός disgusting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκταῖς — βδελυκτός disgusting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκταί — βδελυκτός disgusting fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτοῖς — βδελυκτός disgusting masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτοί — βδελυκτός disgusting masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυκτοῦ — βδελυκτός disgusting masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.